n. colour blindness towards blue.

Dictionary of difficult words. 2015.

Look at other dictionaries:

  • Acyanopsia — vgl. Azyanopsie …   Das Wörterbuch medizinischer Fachausdrücke

  • acianopsia — Eng. Acyanopsia Variedad de acromatopsia que consiste en la ceguera absoluta para el color azul. Acianoblepsia …   Diccionario de oftalmología

  • ακυανοψία — Μορφή δυσχρωματοψίας κατά την οποία εκείνοι που πάσχουν από αυτήν δεν έχουν φυσιολογική αντίληψη του κυανού χρώματος. Τα άτομα αυτά αποτελούν το 1% των διχρωματόπων, των ανθρώπων δηλαδή που αναγνωρίζουν μόνο τα δύο από τα τρία βασικά χρώματα. * * …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.